δρυμός

δρυμός
Ονομασία πέντε οικισμών. 1. Ημιορεινή κωμόπολη (υψόμ. 200 μ., 2.439 κάτ.) του νομού Θεσσαλονίκης. Βρίσκεται 18 χλμ. Β της πόλης της Θεσσαλονίκης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Μυγδονίας. Παλαιότερα ονομαζόταν Δρυμίγκλαβα. 2. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 30 μ., 604 κάτ.) στην πρώην επαρχία Βόνιτσας και Ξηρομέρου του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Βρίσκεται προς τη νότια ακτή του Αμβρακικού κόλπου, 99 χλμ. ΒΔ του Μεσολογγίου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ανακτορίου. Έως το 1928 ονομαζόταν Παλίμπεη. 3. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 840 μ., 46 κάτ.) στην πρώην επαρχία Καλαβρύτων του νομού Αχαΐας. Βρίσκεται ΝΔ των Καλαβρύτων, στις πλαγιές της κορυφής Ζέμπης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Λευκασίου. Έως το 1961 ονομαζόταν Μοστίτσι. 4. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 280 μ., 177 κάτ.) στην πρώην επαρχία Γυθείου του νομού Λακωνίας. Βρίσκεται στο κέντρο της χερσονήσου της Μάνης. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ανατολικής Μάνης. Παλαιότερα ονομαζόταν Δριαλί. 5. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 470 μ., 733 κάτ.) στην πρώην επαρχία Ελασσόνος του νομού Λαρίσης. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νομού. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ελασσόνος. Έως το 1961 ονομαζόταν Δριάνοβο.
* * *
ο (AM δρυμός
Α πληθ. δρυμοί, οι
δρυμά, τα) [δρυς]
1. δάσος δρυών
2. δάσος με μεγάλα δέντρα, σύνδενδρος τόπος
νεοελλ.
φρ. «εθνικός δρυμός» — προστατευόμενη δασώδης περιοχή
αρχ.
φρούριο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Δρυμός — copse masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δρυμός — Sp Drimas Ap Δρυμός/Drymos L Š Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • δρυμός — ο πυκνό δάσος με μεγάλα δέντρα: Εθνικός δρυμός (προστατευόμενο δάσος) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δρυμός — δρῡμός , δρυμός copse masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Θουριγκικός Δρυμός — (Thüringer Wald). Οροσειρά (υψηλότερη κορυφή 982 μ.) της κεντρικής Γερμανίας, που εκτείνεται σε μήκος 110 χλμ. Αποτελείται από παλαιοζωικούς σχιστόλιθους, οι οποίοι διαβρώθηκαν στην τριτογενή περίοδο. Οι κορυφές της είναι γυμνές, ενώ στις πλαγιές …   Dictionary of Greek

  • Κάτω Δρυμός — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 580 μ., 53 κάτ.) στην πρώην επαρχία Καλαβρύτων του νομού Αχαΐας. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, Ν της πόλης των Καλαβρύτων. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Λευκασίου. Μέχρι το 1991 ονομαζόταν Παλαιοκατούνα …   Dictionary of Greek

  • Μέλας Δρυμός — (γερμ. Schwartzwald). Ορεινή περιοχή (περ. 5.180 τ. χλμ.) της νοτιοδυτικής Γερμανίας στο κρατίδιο του Μπάντεν Βυρτεμβέργης, στα Ν της λεγόμενης Ρηνανικής τάφρου. Αρχίζει από τα σύνορα με την Ελβετία και προχωρεί με κατεύθυνση από ΝΔ προς ΒΑ. Στο… …   Dictionary of Greek

  • δρυμοῖς — δρυμός copse neut dat pl δρῡμοῖς , δρυμός copse masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρυμοῖσι — δρυμός copse neut dat pl (epic ionic aeolic) δρῡμοῖσι , δρυμός copse masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρυμοῖσιν — δρυμός copse neut dat pl (epic ionic aeolic) δρῡμοῖσιν , δρυμός copse masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”